Μετάφραση του "developing" σε Ελληνικά

Οι αναπτυσσόμενος, διαφαινόμενος, εμφάνιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "developing" σε Ελληνικά.

developing adjective verb noun

Of a country: becoming economically more mature or advanced; becoming industrialized. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπτυσσόμενος

    adjective masculine

    The world, and in particular the developing world, is changing fast.

    Ο κόσμος, και ειδικότερα ο αναπτυσσόμενος κόσμος, μεταβάλλεται με ταχύ ρυθμό.

  • διαφαινόμενος

  • εμφάνιση

    noun feminine

    Chironomid emergence and development rate is measured at the end of the test.

    Η εμφάνιση και ο ρυθμός ανάπτυξης των χειρονομίδων μετρώνται στο τέλος της δοκιμής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εμφάνιση φιλμ
    • υπανάπτυκτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " developing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "developing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "developing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη