Μετάφραση του "deviate" σε Ελληνικά

Οι παρεκκλίνω, ξεστρατίζω, αποκλίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deviate" σε Ελληνικά.

deviate verb noun adjective γραμματική

(sociology) A person with deviant behaviour; a deviant, degenerate or pervert. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρεκκλίνω

    verb

    Such notification shall include, as far as practicable, whether the draft standard deviates from relevant international standards.

    Η εν λόγω ανακοίνωση περιλαμβάνει, στο βαθμό του εφικτού, την περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο του προτύπου παρεκκλίνει από σχετικά διεθνή πρότυπα.

  • ξεστρατίζω

    verb
  • αποκλίνω

    verb

    The important thing at the moment is not to deviate one iota from my plan.

    Το σημαντικό αυτή την στιγμή είναι να μην αποκλίνω καθόλου από το σχέδιο μου.

  • εκτρέπομαι

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deviate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deviate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deviate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη