Μετάφραση του "dialectic" σε Ελληνικά
Οι διαλεκτική, Διαλεκτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dialectic" σε Ελληνικά.
dialectic
adjective
noun
γραμματική
Any formal system of reasoning that arrives at the truth by the exchange of logical arguments. [..]
-
διαλεκτική
noun femininePlease take a look at this dialectic picture.
Παρακαλώ ρίξτε μια ματιά σε αυτή τη διαλεκτική εικόνα.
-
Διαλεκτική
method of argument for resolving disagreement
Please take a look at this dialectic picture.
Παρακαλώ ρίξτε μια ματιά σε αυτή τη διαλεκτική εικόνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dialectic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dialectic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλεκτική
-
Διαλεκτικό συνεχές
-
διάλεκτος · ιδίωμα · ντοπιολαλιά
-
διαλεκτικός
-
διαλεκτολογία
-
διαλεκτικός
-
Διαλεκτικός υλισμός · διαλεκτικός υλικός · διαλεκτικός υλισμός
-
διάλεκτος · ιδίωμα · ντοπιολαλιά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη