Μετάφραση του "differential" σε Ελληνικά
Οι διαφορικό, διαφορικός, διάφορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differential" σε Ελληνικά.
of, or relating to a difference [..]
-
διαφορικό
noun neuterinfinitesimal change [..]
I'll change the differential current patterns, see what happens.
Θα αλλάξω το διαφορικό τρέχον σχέδιο, να δούμε τι θα συμβεί.
-
διαφορικός
adjective masculinerelating to differentiation or differential calculus [..]
In the annex to the proposed regulation a differential list of duty suspensions will be published.
Στο παράρτημα της πρότασης κανονισμού θα δημοσιευτεί διαφορικός κατάλογος των δασμολογικών αναστολών.
-
διάφορος
adjective masculinedependent on
Such shifts in labour market demand already raise concerns about wage differentiations between jobs.
Μετατοπίσεις αυτού του είδους στη ζήτηση εργατικού δυναμικού προκαλούν ήδη ανησυχίες για διαφορές αμοιβών μεταξύ των διαφόρων θέσεων εργασίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Διαφορικό οχημάτων
- διαφορικά αυτοκινήτου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " differential " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "differential" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μερική διαφορική εξίσωση
-
Διαφορική σηματοδοσία χαμηλής τάσης
-
Αρνητική διαφορική αντίσταση
-
Συνήθης διαφορική εξίσωση
-
διαφορικό πρόμπ
-
Διαφορική εξίσωση · διαφορική εξίσωση
-
διαφορική φώραση
-
Μερική διαφορική εξίσωση · μερική διαφορική εξίσωση