Μετάφραση του "differentiate" σε Ελληνικά

Οι διαφοροποιώ, διακρίνω, διαφορίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differentiate" σε Ελληνικά.

differentiate verb γραμματική

(transitive) To show, or be the distinction between two things. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφοροποιώ

    verb

    That day, I learned to differentiate men, real men, from animals.

    Εκείνη τη μέρα, έμαθα να διαφοροποιώ τους άνδρες, τους αληθινούς άνδρες, από τα ζώα.

  • διακρίνω

    verb

    The schedules are differentiated into several weight classes, to which corresponds each time a minimum weight.

    Στους τιμοκαταλόγους διακρίνονται διάφορες κατηγορίες βάρους, στις οποίες αντιστοιχεί κάθε φορά ένα ελάχιστο βάρος.

  • διαφορίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαφέρω
    • καθίσταμαι
    • ξεχωρίζω
    • γίνομαι
    • διαμορφώνομαι
    • κάνω διάκριση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " differentiate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "differentiate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "differentiate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη