Μετάφραση του "digging" σε Ελληνικά

Οι εκσκαφή, ανασκαφή, όρυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "digging" σε Ελληνικά.

digging noun verb γραμματική

The action performed by a person or thing that digs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκσκαφή

    noun feminine

    The removal of earth from its natural position.(Source: HARRIS)

    Well, he is the man who financed Alex's dig.

    Είναι ο άνθρωπος που χρηματοδότησε την εκσκαφή του Άλεξ.

  • ανασκαφή

    noun feminine

    The removal of earth from its natural position.(Source: HARRIS)

    The victim's apartment is like an archaeological dig.

    Το διαμέρισμα του θύματος είναι σαν μια αρχαιολογική ανασκαφή.

  • όρυξη

    The removal of earth from its natural position.(Source: HARRIS)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " digging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "digging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "digging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη