Μετάφραση του "diligent" σε Ελληνικά

Οι επιμελής, φίλεργος, φιλόπονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diligent" σε Ελληνικά.

diligent adjective γραμματική

Performing with intense concentration, focus, responsible regard. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμελής

    adjective masculine

    So he is diligent to keep a record of any interest he has found and to call back.

    Είναι, λοιπόν, επιμελής στο να τηρή αναγραφή οποιουδήποτε ενδιαφέροντος που συνήντησε και να επανεπισκέπτεται.

  • φίλεργος

    adjective

    Greg was extremely diligent... both in his training and in his work

    Ο Γρέγκ ήταν υπερβολικά φίλεργος... και στην προπόνηση του και στη δουλειά του

  • φιλόπονος

    adjective masculine

    If that is your problem, work at it diligently.

    Αν έχετε αυτό το πρόβλημα, εργαστείτε φιλόπονα για να το διορθώσετε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελετηρός
    • δραστήριος
    • εργατικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diligent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diligent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επισταμένα
  • Προσήκων έλεγχος · δέουσα επιμέλεια · δέουσα φροντίδα
  • επίπονη προσπάθεια · επιμέλεια · εργατικότητα · προκοπή · προσοχή · ταχυδρομική άμαξα · φιλοπονία · φροντίδα
  • μέχρι να σε ελέγξω σωστά
  • διαγνωστικός έλεγχος · προσήκων έλεγχος
  • επισταμένα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diligent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη