Μετάφραση του "dim" σε Ελληνικά

Οι αμυδρός, θαμπός, θολός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dim" σε Ελληνικά.

dim adjective verb noun adverb γραμματική

not smart or intelligent [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμυδρός

    adjective masculine

    indistinct [..]

    He's hoping to see Epsilon Eridani dim, which would be evidence of a planet orbiting it.

    Ελπίζει να δει να γίνεται πιο αμυδρός, ο Ηριδανός ε πράγμα που είναι απόδειξη ότι ένας πλανήτης γυρίζει γύρω του.

  • θαμπός

    adjective masculine

    not bright, not colourful

    Jehovah’s Chosen One “will not grow dim nor be crushed until he sets justice in the earth itself.”

    Ο Εκλεγμένος του Ιεχωβά «δεν θα γίνει θαμπός ούτε θα συντριφτεί μέχρι να βάλει δικαιοσύνη στη γη».

  • θολός

    adjective masculine

    not bright, not colourful

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκοτεινός
    • κουτός
    • δυσδιάκριτος
    • θαμπώνω
    • θολώνω
    • Θολός ... vague
    • αδύνατη
    • ασθενή
    • γίνομαι αμυδρός
    • στρεβλός
    • συγκεχυμένος
    • αγέλαστος
    • αμυδρόσ
    • αδύνατος
    • μουντός
    • χαμηλώνω
    • ατονώ
    • σβήνω
    • μετριάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αμαυρότητα · θαμπάδα · θολούρα
  • μεσαία φώτα · φώτα διασταύρωσης
  • φανάρι
  • μεσαία φώτα · φώτα διασταύρωσης
  • μεσαία φώτα · φώτα διασταύρωσης
  • υποτονικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη