Μετάφραση του "dimensioning" σε Ελληνικά
Το διαστασιολόγηση είναι η μετάφραση του "dimensioning" σε Ελληνικά.
dimensioning
adjective
verb
Present participle of dimension. [..]
-
διαστασιολόγηση
dimensioning shall be based on the procedures set out in a recognised regulatory framework (e.g.
με διαστασιολόγηση βάσει των διαδικασιών που καθορίζονται από αναγνωρισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο (π.χ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dimensioning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dimensioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρονική διάσταση
-
Διάσταση
-
Διάσταση · διάσταση · ιδιότητα · μέγεθος · χώρος
-
διάσταση Χάουσντορφ
-
διαστάσεις
-
προσεγγίζω εκρηκτικές διαστάσεις
-
Μορφοκλασματική διάσταση · μορφοκλασματική διάσταση
-
διάσταση αριθμητικής μορφοποίησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη