Μετάφραση του "diminished" σε Ελληνικά

Το μειωμένος είναι η μετάφραση του "diminished" σε Ελληνικά.

diminished adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of diminish. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειωμένος

    adjective masculine

    Food intake has no relevant influence on absorption, only absorption rate is slightly diminished

    Η λήψη τροφής δεν είχε σχετική επίδραση στην απορρόφηση, απλώς ο ρυθμός απορρόφησης είναι ελαφρώς μειωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diminished " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diminished" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · ελαττώνομαι · ελαττώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · λιγοστεύω · μειώνομαι · μειώνω · μειώνώ · μικραίνω · περιορίζω · συντομεύω · χαμηλώνω
  • κατέβασμα · καταβιβασμός · μείωση · χαμήλωμα
  • μείωση · μειώνοντας
  • μειωμένη ικανότητα
  • φθίνουσα απόδοση
  • λιγοστεύω · μειώνομαι · φθίνω
  • · ελαττώνομαι · ελαττώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · λιγοστεύω · μειώνομαι · μειώνω · μειώνώ · μικραίνω · περιορίζω · συντομεύω · χαμηλώνω
  • · ελαττώνομαι · ελαττώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · λιγοστεύω · μειώνομαι · μειώνω · μειώνώ · μικραίνω · περιορίζω · συντομεύω · χαμηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diminished" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη