Μετάφραση του "dimple" σε Ελληνικά
Οι λακκάκι, πτυχώσει, κοιλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dimple" σε Ελληνικά.
dimple
verb
noun
γραμματική
A small depression or indentation in a surface. [..]
-
λακκάκι
noun neuterskin depression, especially at corners of the mouth
A cheek dimple on the left side, cleft chin and detached earlobes.
Ένα λακκάκι στο αριστερό μάγουλο, λακκάκι στο πιγούνι, αποκολλημένοι λοβοί αυτιών.
-
πτυχώσει
create a dimple in
-
κοιλότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dimple " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dimple"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη