Μετάφραση του "dioecy" σε Ελληνικά
Το Δίοικο είναι η μετάφραση του "dioecy" σε Ελληνικά.
dioecy
noun
γραμματική
The condition of being dioecious, namely having separate genders, especially of plants. [..]
-
Δίοικο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dioecy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dioecy"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη