Μετάφραση του "diopter" σε Ελληνικά

Το διοπτρία είναι η μετάφραση του "diopter" σε Ελληνικά.

diopter noun γραμματική

A unit of measure of the power of a lens or mirror, equal to the reciprocal of its focal length in meters. Myopia is diagnosed and measured in diopters. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διοπτρία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diopter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diopter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη