Μετάφραση του "diplopia" σε Ελληνικά
Το διπλωπία είναι η μετάφραση του "diplopia" σε Ελληνικά.
diplopia
noun
γραμματική
(pathology) An ophthalmologic condition where one perceives two images; double vision. [..]
-
διπλωπία
feminineApplicants with diplopia shall be assessed as unfit.
Οι αιτούντες που πάσχουν από διπλωπία αξιολογούνται ως ακατάλληλοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diplopia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη