Μετάφραση του "direct" σε Ελληνικά

Οι άμεσος, απευθείας, κατευθύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "direct" σε Ελληνικά.

direct adjective verb adverb γραμματική

Straight, constant, without interruption. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμεσος

    adjective masculine

    Straight, constant, without interruption

    You, direct descendant of the father of the Republic, what do you do?

    Eσύ, άμεσος απόγονος του πατέρα της Δημοκρατίας, τι κάνεις

  • απευθείας

    adverb

    Straight, constant, without interruption

    There is a direct flight from Tokyo to London.

    Υπάρχει απευθείας πτήση από το Τόκιο για το Λονδίνο.

  • κατευθύνω

    verb

    Boyd purposely directed us away from the vents.

    Ο Μπόιντ σκόπιμα μας κατεύθυνε μακριά από τους αεραγωγούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διευθύνω
    • απευθύνω
    • σκηνοθετώ
    • απευθύνομαι
    • ευθύς
    • ειλικρινής
    • άγω
    • προΐσταμαι
    • αδιάκοπος
    • ακέραιος
    • δίνω οδηγίες
    • κατ’ ευθεία
    • άμεση
    • οδηγώ
    • προσανατολίζω
    • ντόμπρος
    • δείχνω
    • καθορίζω
    • στοχεύω
    • άμμεσος
    • σημαδεύω
    • σκοπεύω
    • πρωτογενής
    • ανοιχτός
    • προδιαγράφω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " direct " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Direct
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνεχής, ίσιος, άμεσος, κατευθύνω

Φράσεις παρόμοιες με "direct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "direct" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη