Μετάφραση του "directly" σε Ελληνικά

Οι αμέσως, άμεσα, ευθέως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "directly" σε Ελληνικά.

directly adverb conjunction γραμματική

in a direct manner; in a straight line or course. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμέσως

    adverb

    In an immediate manner; instantly or without delay.

    The density of plantation may be surveyed and quoted directly or may be calculated from the area planted.

    Η πυκνότητα φύτευσης δύναται να καταγράφεται αμέσως ή να προσδιορίζεται μέσω υπολογισμού που βασίζεται στη φυτευμένη έκταση.

  • άμεσα

    adverb

    soon; next; when it becomes convenient [..]

    The warning device shall be directly and permanently connected to the circuit.

    Η προειδοποιητική διάταξη πρέπει να συνδέεται άμεσα και μονίμως με το κύκλωμα.

  • ευθέως

    adverb

    straightforwardly; honestly [..]

    As a matter of fact, I'm glad to be able to talk to you directly and frankly.

    Χαίρομαι που μπορώ να μιλήσω σ'εσάς ευθέως και με ειλικρίνεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατευθείαν
    • ακαριαίος
    • απευθείας
    • ακριβώς
    • ευθύς
    • αμέσως, κατευθείαν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " directly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "directly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "directly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη