Μετάφραση του "disaffected" σε Ελληνικά
Το δυσαρεστημένος είναι η μετάφραση του "disaffected" σε Ελληνικά.
disaffected
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of disaffect. [..]
-
δυσαρεστημένος
I couldn't convince them that a disaffected young Muslim set up with a charismatic imam might not make for a reliable narrator.
Δεν θα τους έπειθα πως ένας νεαρός δυσαρεστημένος μουσουλμάνος που έκανε σχέδια με ένα χαρισματικό ιμάμη, δεν έκανε για αξιόπιστος καθοδηγητής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disaffected " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disaffected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσφορία της νεολαίας
-
a state of dissatisfaction or alienation · αποξένωση · δυσαρέσκεια
-
a state of dissatisfaction or alienation · αποξένωση · δυσαρέσκεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη