Μετάφραση του "disaster" σε Ελληνικά
Οι καταστροφή, συμφορά, καταστροφές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disaster" σε Ελληνικά.
An unexpected natural or man-made catastrophe of substantial extent causing significant physical damage or destruction, loss of life or sometimes permanent change to the natural environment. [..]
-
καταστροφή
noun feminineunexpected catastrophe causing physical damage, etc. [..]
It is a disaster which goes beyond the physical damage which has been caused on the ground.
Είναι μια καταστροφή που ξεπερνά τις συγκεκριμένες ζημιές που δημιουργήθηκαν επί τόπου.
-
συμφορά
noun feminineMaybe somebody deserves one night out without having to deal with some impending disaster.
Ίσως κάποιος δικαιούται μια βραδιά εξόδου χωρίς ν'αντιμετωπίσει κάποια συμφορά.
-
καταστροφές
The result of a vast ecological breakdown in the relations between man and his environment, a serious and sudden event (or slow, as in drought) on such a scale that the stricken community needs extraordinary efforts to cope with it, often with outside help or international aid. [..]
When we face natural disasters, it is important that we have a farming economy that is selfsufficient.
Όταν αντιμετωπίζουμε φυσικές καταστροφές, είναι σημαντικό να έχουμε μια αυτάρκη γεωργική οικονομία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τραγωδία
- δυστύχημα
- δράμα
- όλεθρος
- χάος
- ανεπανόρθωτη ζημιά
- η δυστυχία
- κάζο
- νίλα
- πλήρης αποτυχία
- σκέτη αποτυχία
- το ατύχημα
- το δυστύχημα
- χουνέρι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disaster " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Καταστροφή
Disaster preparedness is the only alternative to putting countries into "intensive care" every time a crisis occurs.
Η ετοιμότητα σε περίπτωση καταστροφών αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση για την παροχή σ' αυτές τις χώρες "εντατικής θεραπείας" κάθε φορά που συμβαίνει μία κρίση.
Εικόνες με "disaster"
Φράσεις παρόμοιες με "disaster" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταστροφή από πετρέλαιο
-
είναι καταστροφή · είναι σε κακό χάλι
-
πυρηνική καταστροφή
-
ετοιμότητα για την αντιμετώπιση καταστροφής
-
Σχέδιο ανάκαμψης από καταστροφές
-
Σχέδιο ανάκαμψης από καταστροφές
-
πρόληψη καταστροφής(ών)
-
υπηρεσία ελέγχου καταστροφής