Μετάφραση του "disburse" σε Ελληνικά
Οι δαπανώ, ξοδεύω, αποπληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disburse" σε Ελληνικά.
disburse
verb
γραμματική
(finance) To pay out, expend; usually from a public fund or treasury [..]
-
δαπανώ
verb -
ξοδεύω
verb -
αποπληρώνω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εκταμιεύω
- εξοφλώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disburse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disburse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πληρώνω
-
ξόδεμα
-
έξοδο · εκταμίευση · εξόφληση · ξόδεμα
-
πληρώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη