Μετάφραση του "discomfit" σε Ελληνικά
Οι σαστίζω, αναστατώνω, απορυθμίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discomfit" σε Ελληνικά.
discomfit
adjective
verb
γραμματική
(archaic) To defeat completely; to rout. [..]
-
σαστίζω
verbIt is so discomfiting to hear a perfect stranger use my first name.
Σαστίζω πολύ όταν ακούω έναν εντελώς άγνωστο να χρησιμοποιεί το μικρό μου όνομα.
-
αναστατώνω
verb -
απορυθμίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποσυντονίζω
- διαταράσσω
- εξοργίζω
- ζαλίζω
- συγχίζω
- ταράζω
- ταράσσω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discomfit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη