Μετάφραση του "disconsolate" σε Ελληνικά
Οι απαρηγόρητος, απελπισμένος, αποκαρδιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disconsolate" σε Ελληνικά.
disconsolate
adjective
noun
γραμματική
seemingly beyond consolation; inconsolable [..]
-
απαρηγόρητος
adjective masculineinconsolable
The great master was disconsolate.
– Ο μεγάλος δάσκαλος ήταν απαρηγόρητος.
-
απελπισμένος
adjective masculinecheerless, dreary
-
αποκαρδιωμένος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disconsolate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disconsolate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαρηγορήτως
-
κραυγή απελπισίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη