Μετάφραση του "discouraging" σε Ελληνικά

Το αποθαρρυντικός είναι η μετάφραση του "discouraging" σε Ελληνικά.

discouraging noun adjective verb γραμματική

Present participle of discourage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποθαρρυντικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discouraging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "discouraging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω
  • αποθάρρυνση · πτόηση
  • αποθαρρυμένος
  • αποδοκιμάζω · αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω · νουθετώ · προειδοποιώ
  • αποθάρρυνση · πτόηση
  • αποθαρρυμένος
  • αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discouraging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη