Μετάφραση του "discredit" σε Ελληνικά

Οι απαξίωση, απαξιώνω, δυσφημώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discredit" σε Ελληνικά.

discredit verb noun γραμματική

To harm the good reputation of a person; to cause an idea or piece of evidence to seem false or unreliable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαξίωση

    noun

    ’The description as such in the observations discredits the appellant's statement of facts in an unacceptable way.

    Αυτός ο χαρακτηρισμός των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος συνιστά απαράδεκτη απαξίωση των ισχυρισμών που προβάλλει ο αναιρεσείων ως προς τα πραγματικά περιστατικά.

  • απαξιώνω

    verb
  • δυσφημώ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δυσφήμηση
    • κατεβάζω
    • μειώνώ
    • χαμηλώνω
    • καταβιβάζω
    • καταδέχομαι
    • αμφισβητώ
    • δυσφήμιση
    • απορρίπτω
    • καταρρίπτω
    • δυσπιστώ
    • ντροπιάζω
    • αίσχος
    • βγάζω σκάρτο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discredit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discredit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη