Μετάφραση του "discrimination" σε Ελληνικά
Οι διάκριση, διαφοροποίηση, προκατάληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discrimination" σε Ελληνικά.
a distinction; discernment, the act of discriminating, discerning, distinguishing, noting or perceiving differences between things. [..]
-
διάκριση
noun feminineThe controller shall implement effective protection against possible discrimination resulting from profiling.
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας εφαρμόζει μέτρα αποτελεσματικής προστασίας έναντι πιθανών διακρίσεων που απορρέουν από την κατάρτιση προφίλ.
-
διαφοροποίηση
nounFinally, it is necessary to consider whether the discrimination at issue protects economic or financial interests, as the Commission maintains.
Τέλος, πρέπει να εξεταστεί αν η επίδικη διαφοροποίηση οφείλεται και σε χρηματοοικονομικά συμφέροντα, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή.
-
προκατάληψη
nounBut those who could not understand what she was discriminated against her.
Όμως εκείνοι που δεν καταλάβαιναν ποια πραγματικά ήταν την αντιμετώπιζαν με προκατάληψη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαχωρισμός
- αντιδιαστολή
- διακριτική μεταχείριση
- καθεστώς διακρίσεων
- τακτική διακρίσεων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " discrimination " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A content descriptor developed by the Pan European Gaming Information (PEGI) and the British Board of Film Classification (BBFC).
"Discrimination" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Discrimination στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "discrimination" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διευκρινιστής συχνότητας
-
προκατειλημμένος
-
διαφορικός · οξυδερκής
-
Διακρίνουσα
-
διακρίνω
-
πολιτικές διακρίσεις
-
διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου
-
διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού