Μετάφραση του "discursive" σε Ελληνικά

Οι διαλογικός, έλλογος, αμετροεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discursive" σε Ελληνικά.

discursive adjective γραμματική

(of speech or writing) Tending to digress from the main point; rambling. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαλογικός

    masculine

    using reason and argument rather than intuition

  • έλλογος

    masculine

    using reason and argument rather than intuition

  • αμετροεπής

    Adjective m;f masculine;feminine

    tending to digress from the main point; rambling

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασυνάρτητος
    • πλατειαστικός
    • παρεκβατικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discursive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discursive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη