Μετάφραση του "diseased" σε Ελληνικά
Οι ασθενής, μολυσμένος, νοσώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diseased" σε Ελληνικά.
diseased
adjective
γραμματική
Affected with or suffering from disease. [..]
-
ασθενής
adjective masculineAlthough Jehoash survived, he was left a broken and diseased man.
Μολονότι ο Ιωάς επέζησε, είχε συντριφτεί και ήταν ασθενής.
-
μολυσμένος
adjective masculineCommunications are jammed to avoid rescuing any infected who could spread the disease.
Οι επικοινωνίες μπλοκάρονται για να μη διασωθεί κάποιος μολυσμένος... που θα μπορούσε να μεταδώσει την ασθένεια.
-
νοσώδης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diseased " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diseased" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγγενής νόσος
-
συγγενής καρδιοπάθεια
-
πρόληψη των ασθενειών
-
λευκωματουρία
-
ενδοκρινική ασθένεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη