Μετάφραση του "disfavour" σε Ελληνικά

Οι δυσμένεια, αντιπάθεια, αποδοκιμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disfavour" σε Ελληνικά.

disfavour verb noun γραμματική

The state of being out of favour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσμένεια

    noun

    I cannot risk disfavour with the Vatican again.

    Δεν μπορώ να ρισκάρω μια δυσμένεια με το Βατικανό πάλι.

  • αντιπάθεια

    noun
  • αποδοκιμάζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disfavour " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disfavour" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη