Μετάφραση του "dishonesty" σε Ελληνικά

Οι ανεντιμότητα, ατιμία, ανειλικρίνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dishonesty" σε Ελληνικά.

dishonesty noun γραμματική

(uncountable) The characteristic or condition of being dishonest. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεντιμότητα

    noun feminine

    Not very noble to accuse a lady of dishonesty.

    Καθόλου ευγενές να κατηγορείτε μια κυρία για ανεντιμότητα.

  • ατιμία

    noun

    But so covertly that no dishonesty shall appear in me.

    Μα με τόση πανουργία, που η ατιμία δε θα φανεί.

  • ανειλικρίνεια

    Noun feminine

    Swindling, cheating and dishonesty are sins in God’s sight.

    Η απάτη, η ανειλικρίνεια και η δολιότης είναι αμαρτίες ενώπιον του Θεού.

  • φαυλότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dishonesty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dishonesty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη