Μετάφραση του "disincarnate" σε Ελληνικά
Οι ασώματος, εξαϋλωμένος, εξαϋλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disincarnate" σε Ελληνικά.
disincarnate
adjective
verb
γραμματική
(Of a being) without a body [..]
-
ασώματος
adjective masculinewithout a body
-
εξαϋλωμένος
adjective masculinewithout a body
-
εξαϋλώνω
verbto divest of body
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disincarnate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη