Μετάφραση του "disintegration" σε Ελληνικά

Οι αποσύνθεση, διάσπαση, διάλυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disintegration" σε Ελληνικά.

disintegration noun γραμματική

A process by which anything disintegrates. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποσύνθεση

    noun feminine

    It is this disintegration of the very material texture of reality which provides the spiritual depth.

    Είναι αυτή η αποσύνθεση της υλικής υφής της πραγματικότητας που παρέχει το πνευματικό βάθος.

  • διάσπαση

    noun

    Vigorous agitation before sampling may be necessary to disintegrate algal clumps.

    Για τη διάσπαση των συστάδων των φυκών, μπορεί να χρειαστεί ζωηρή ανακίνηση πριν από τη δειγματοληψία.

  • διάλυση

    noun feminine

    This output is the spectrum of the wave the weapon uses to disintegrate matter.

    Αυτή η ένδειξη είναι η περιοχή του κύματος που το όπλο χρησιμοποιεί για την διάλυση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποικοδόμηση
    • χωρισμός
    • αυτόματη σχάση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disintegration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disintegration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαλύω
  • αποδομούμαι · αποδομώ · αποικοδομώ · αποσυνθέτομαι · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · διαλύομαι · διασπώ · διασπώμαι · διαχωρίζω · καταρρέω · κομματιάζομαι
  • αποδομούμαι · αποδομώ · αποικοδομώ · αποσυνθέτομαι · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · διαλύομαι · διασπώ · διασπώμαι · διαχωρίζω · καταρρέω · κομματιάζομαι
  • αποδομούμαι · αποδομώ · αποικοδομώ · αποσυνθέτομαι · αποσυνθέτω · αποσυντίθεμαι · διαλύομαι · διασπώ · διασπώμαι · διαχωρίζω · καταρρέω · κομματιάζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disintegration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη