Μετάφραση του "disjointed" σε Ελληνικά
Οι αποσπασματικός, ασυνάρτητος, ασύνδετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disjointed" σε Ελληνικά.
disjointed
adjective
γραμματική
(figuratively) Not connected, coherent, or continuous. [..]
-
αποσπασματικός
adjective masculine -
ασυνάρτητος
-
ασύνδετος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disjointed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disjointed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δομή ξένων συνόλων
-
αποσυνδέομαι · αποσυνδέω · διαχωρίζομαι · διαχωρίζω · ξένος
-
ασυνεχής επιλογή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη