Μετάφραση του "disorderly" σε Ελληνικά

Οι ακατάστατος, άτακτος, διατάραξη κοινής ησυχίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disorderly" σε Ελληνικά.

disorderly adjective γραμματική

not in order; causing disorder; unorganized [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατάστατος

    adjective
  • άτακτος

    adjective
  • διατάραξη κοινής ησυχίας

  • άκοσμος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disorderly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disorderly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άτακτη φυγή
  • ακαταστασία · αταξία
  • άτακτη φυγή
  • διατάραξη κοινής ησυχίας · διατάραξη τάξης
  • άτακτη διαγωγή · ανάρμοστη συμπεριφορά · διατάραξη κοινής ησυχίας · διατάραξη τάξης · διατάραξη της δημόσιας τάξης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disorderly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη