Μετάφραση του "displease" σε Ελληνικά
Οι δυσαρεστώ, στενοχωρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "displease" σε Ελληνικά.
displease
verb
γραμματική
To make not pleased; to excite a feeling of disapprobation or dislike in; to be disagreeable to; to offend; to vex; -- often followed by with or at. It usually expresses less than to anger, vex, irritate, or provoke. [..]
-
δυσαρεστώ
verbDo I displease you so much?
Σε δυσαρεστώ τόσo πoλύ;
-
στενοχωρώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " displease " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "displease" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άχαρος · δυσάρεστος
-
άχαρος · δυσάρεστος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη