Μετάφραση του "dissenter" σε Ελληνικά
Οι αλλόθρησκος, αμφισβητίας, αντιφρονών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissenter" σε Ελληνικά.
dissenter
noun
γραμματική
someone who dissents (disagrees), especially from an established church [..]
-
αλλόθρησκος
Adjective -
αμφισβητίας
Noun masculinesomeone who dissents
-
αντιφρονών
Noun masculinePast history of involvement in suppression of dissent and violence.
Ιστορικό εμπλοκής σε καταστολή αντιφρονούντων και πράξεις βίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρνησίθρησκος
- εξωμότης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dissenter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Dissenter
noun
γραμματική
A person taking part in the Dissenters' March in Moscow [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Dissenter" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Dissenter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "dissenter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έρχομαι σε σύγκρουση · αντίρρηση · αντιγνωμία · αντιτάσσομαι · αντιτίθεμαι · αποσχίζομαι · διάσταση · διίσταμαι · διαμαρτυρία · διαφωνία · διαφωνώ · διχογνωμία · διχόνοια · εναντίωση · εναντιώνομαι
-
αντίθετη ψήφος · αρνητική ψήφος · ψήφος κατά
-
αιρετικός
-
θύελλα διαφωνιών
-
αιρετικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη