Μετάφραση του "dissimulate" σε Ελληνικά

Οι συγκαλύπτω, αποκρύπτω, κρύβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissimulate" σε Ελληνικά.

dissimulate adjective verb γραμματική

(intransitive) To practise deception by concealment or omission or by feigning a false appearance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκαλύπτω

    verb

    to deceive by concealment or omission

  • αποκρύπτω

    verb

    to deceive by concealment or omission

  • κρύβω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσποιούμαι
    • υποκρίνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dissimulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dissimulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απόκρυψη · δόλος · προσποίηση · συγκάλυψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dissimulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη