Μετάφραση του "dissipate" σε Ελληνικά

Οι διαχέω, διασκορπίζω, διαλύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissipate" σε Ελληνικά.

dissipate verb γραμματική

To drive away, disperse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχέω

    Verb

    Because when gas dissipates, it leaves a trail behind.

    Επειδή όταν το αέριο διαχέεται, αφήνει πίσω ένα ίχνος.

  • διασκορπίζω

    The kinetic energy of the device is dissipated by the brake and by the friction of the dynamometer.

    Η κινητική ενέργεια της διάταξης διασκορπίζεται από το φρένο και τις τριβές της κυλινδροφόρου κλίνης.

  • διαλύω

    verb

    It'd be like a column of flame that would dissipate the storm.

    Θα μοιάζει με φλεγόμενη κολόνα που θα διαλύσει τη καταιγίδα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σκορπίζω
    • disappear or cause to disappear ... εξατμιζομαι, διαλυω, διαχεω
    • σπαταλώ
    • εξατμίζομαι
    • διώχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dissipate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dissipate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dissipate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη