Μετάφραση του "dissolve" σε Ελληνικά
Οι διαλύω, λιώνω, διαλύομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissolve" σε Ελληνικά.
(cinematography) A film punctuation in which there is a gradual transition from one scene to the next. [..]
-
διαλύω
verbtransitive: to disintegrate into a solution by immersion [..]
It may dissolve such working parties if it deems fit.
Μπορεί να διαλύσει αυτές ομάδες εργασίας, εάν το κρίνει σκόπιμο.
-
λιώνω
verbtransitive: to disintegrate into a solution by immersion
-
διαλύομαι
verbintransitive: to be disintegrated into a solution by immersion
It may dissolve such working parties if it deems fit.
Μπορεί να διαλύσει αυτές ομάδες εργασίας, εάν το κρίνει σκόπιμο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποδομώ
- λιώνομαι
- τήκω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dissolve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Λιώνω, διαλύω
Φράσεις παρόμοιες με "dissolve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαλυτός
-
διαλυμένος οργανικός άνθρακας
-
Ολικά διαλυμένα στερεά
-
διαλύομαι · διαλύω · σκορπίζω
-
διαλύτης
-
διαλυμένος
-
διαλυμένο οξυγόνο
-
διαλυτός