Μετάφραση του "distant" σε Ελληνικά

Οι μακρινός, απόμακρος, αλαργινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distant" σε Ελληνικά.

distant adjective γραμματική

emotionally unresponsive or unwilling to express genuine feelings [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακρινός

    adjective masculine

    far off

    Even a distant member of the family is better than no one.

    Ακόμη και ένας μακρινός συγγενής είναι καλύτερος από καθόλου.

  • απόμακρος

    adjective masculine

    emotionally unresponsive

    Yeah, but she's back now, and you still seem distant.

    Ναι, αλλά γύρισε τώρα κι εσύ είσαι ακόμη απόμακρος.

  • αλαργινός

    Επίθετο αρσενικό

    1. (ποιητικό) ο μακρινός 2. (ποιητικό) ο απόμακρος, που έρχεται από μακριά

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απομακρυσμένος
    • μακρυνός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη