Μετάφραση του "distorted" σε Ελληνικά
Οι διαστρεβλωμένος, διεστραμμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distorted" σε Ελληνικά.
distorted
adjective
verb
Simple past tense and past participle of distort. [..]
-
διαστρεβλωμένος
adjective masculineIt is the opposite with someone whose thinking is distorted and whose conscience is defiled.
Το αντίθετο συμβαίνει με κάποιον του οποίου ο τρόπος σκέψης είναι διαστρεβλωμένος και η συνείδηση μολυσμένη.
-
διεστραμμένος
adjectiveAnd this tends to give us a very distorted view of the world.
Αυτό τείνει να μας δίνει μια διεστραμμένη εικόνα του κόσμου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " distorted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "distorted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νοθεύω
-
αθροιστική παραμόρφωση
-
παραμόρφωση κυματομορφής
-
Παραμόρφωση ενδοδιαμόρφωσης
-
Ολική αρμονική παραμόρφωση
-
παραμόρφωση φακού
-
παραμόρφωση διασταύρωσης
-
Παραμόρφωση ενδοδιαμόρφωσης φάσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη