Μετάφραση του "distributing" σε Ελληνικά

Το διανομή είναι η μετάφραση του "distributing" σε Ελληνικά.

distributing verb

Present participle of distribute. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διανομή

    noun feminine

    What more can be done to facilitate cross-border distribution of financial products through intermediaries?

    Τι άλλο μπορεί να γίνει για να διευκολυνθεί η διασυνοριακή διανομή χρηματοοικονομικών προϊόντων μέσω μεσαζόντων;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distributing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distributing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distributing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη