Μετάφραση του "distributor" σε Ελληνικά
Οι διανομέας, διανεμητής, αποκλειστικός αντιπρόσωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distributor" σε Ελληνικά.
distributor
noun
γραμματική
One who distributes, a thing that distributes. [..]
-
διανομέας
noun masculineone who distributes, a thing that distributes
Nomar told us that Ruiz was meeting with his distributor.
Nomar μας είπαν ότι Ruiz είχε συνάντηση με τον διανομέα του.
-
διανεμητής
noun masculinefor CITCO: independent distributor and trader of inter alia liquid petroleum gases, rubber, petrochemical products and fertilisers.
για την CITCO: ανεξάρτητος διανεμητής και έμπορος, μεταξύ άλλων, υγραερίων, ελαστικού, πετροχημικών προϊόντων και λιπασμάτων.
-
αποκλειστικός αντιπρόσωπος
(εμπορ.)
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ντιστριμπιτέρ
- εμπορικός διανομέας
- υπεύθυνος διάθεσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " distributor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "distributor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξουσιοδοτημένος διανομέας
-
υπεύθυνος διάθεσης
-
σημείο διανομής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη