Μετάφραση του "distrustfulness" σε Ελληνικά

Οι δυσπιστία, καχυποψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distrustfulness" σε Ελληνικά.

distrustfulness noun γραμματική

The state or quality of being distrustful or doubtful; distrust; mistrust. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσπιστία

    noun

    For your insatiable distrust and your propensity for covering all the bases.

    Για την ακόρεστη δυσπιστία σου και την κλίση σου να καλύπτεις όλες τις βάσεις.

  • καχυποψία

    noun

    And public distrust of chimney sweeps is at an all time high!

    Και η καχυποψία του κόσμου στους καπνοκαθαριστές είναι μεγάλη!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distrustfulness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distrustfulness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιμετωπίζονται με δυσπιστία
  • δύσπιστος · καχύποπτος
  • αμφιβάλλω · δεν εμπιστεύομαι · δυσπιστία · δυσπιστώ · δυσπιστώ απέναντι σε · καχυποψία
  • αμφιβάλλω · δεν εμπιστεύομαι · δυσπιστία · δυσπιστώ · δυσπιστώ απέναντι σε · καχυποψία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distrustfulness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη