Μετάφραση του "dithyrambic" σε Ελληνικά
Το διθυραμβικός είναι η μετάφραση του "dithyrambic" σε Ελληνικά.
dithyrambic
adjective
noun
γραμματική
Of, pertaining to, or resembling a dithyramb; especially, passionate, intoxicated with enthusiasm. [..]
-
διθυραμβικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dithyrambic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dithyrambic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διθύραμβος · διθύραμβος
-
διθυραμβικός ποιητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη