Μετάφραση του "diverge" σε Ελληνικά
Οι αποκλίνω, διίσταμαι, χωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diverge" σε Ελληνικά.
diverge
verb
γραμματική
(intransitive, literally, of lines or paths) To run apart; to separate; to tend into different directions. [..]
-
αποκλίνω
verbto run apart
-
διίσταμαι
verbOn the other aspects opinions tended to diverge.
Ως προς τις άλλες πτυχές, οι γνώμες μάλλον διίσταντο.
-
χωρίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diverge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diverge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δείκτης απόκλισης
-
ανώμαλος · αποκλίνουσα · αποκλίνων
-
αλληλοσυγκρουόμενος
-
Αποκλίνουσες ακτίνες
-
συντελεστής απόκλισης
-
αποκλίνω
-
Απόκλιση, εκτροπή
-
απόκλιση δέσμης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη