Μετάφραση του "division" σε Ελληνικά

Οι διαίρεση, μεραρχία, διχασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "division" σε Ελληνικά.

division noun γραμματική

(uncountable) The act or process of dividing anything. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαίρεση

    noun feminine

    act or process of dividing anything [..]

    On the other hand, the motion deplores the continuing division of the island.

    Αφετέρου, η πρόταση εκφράζει τη λύπη της για τη συνεχιζόμενη διαίρεση του νησιού.

  • μεραρχία

    noun feminine

    large military unit

    The boys upstairs want the whole division pulled back right away.

    Τα παιδιά επάνω θέλουν όλη η μεραρχία να γυρίσει πίσω αμέσως.

  • διχασμός

    noun masculine

    disagreement; a difference of viewpoint

    I have a great fear there will come such division in our people.

    Φοβάμαι ότι θα φέρει διχασμό στο λαό μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διχόνοια
    • διεύθυνση
    • τμήμα
    • διάσπαση
    • διαχωρισμός
    • υποδιαίρεση
    • κατηγορία
    • διανομή
    • διχοτόμηση
    • συνομοταξία
    • Διαίρεση
    • τομέας
    • Μεραρχία
    • διαφωνία
    • βαθμίδα
    • διχαστικό κλίμα
    • μοίρα αεροπορική
    • ναυτική μοίρα
    • στρατιωτική μονάδα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " division " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Division

Division (biology)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαίρεση, υποδιαίρεση

Εικόνες με "division"

Φράσεις παρόμοιες με "division" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "division" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη