Μετάφραση του "dizzying" σε Ελληνικά

Το ιλιγγιώδης είναι η μετάφραση του "dizzying" σε Ελληνικά.

dizzying adjective verb γραμματική

Tending to make one (actually or metaphorically) dizzy or confused, as of great speed or height. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιλιγγιώδης

    adjective

    A dizzying abyss suddenly opens before me. "

    Μια ιλιγγιώδης άβυσσος ξάφνου ανοίγεται μπροστά μου. "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dizzying " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dizzying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζαλισμένος · ιλιγγιώδης
  • ζαλίζομαι · ζαλίζω
  • Ντίζι Γκιλέσπι
  • ζαλίζομαι
  • Ζάλη · ίλιγγος · αδυναμία · ζάλη · ζάλισμα · ζαλάδα
  • Ζάλη · ίλιγγος · αδυναμία · ζάλη · ζάλισμα · ζαλάδα
  • ζαλισμένος · ιλιγγιώδης
  • ζαλισμένος · ιλιγγιώδης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dizzying" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη