Μετάφραση του "documented" σε Ελληνικά

Οι στοιχειοθετημένος, τεκμηριωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "documented" σε Ελληνικά.

documented adjective verb

Simple past tense and past participle of document. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στοιχειοθετημένος

  • τεκμηριωμένος

    The way e-marketplaces work has been well documented.

    Ο τρόπος λειτουργίας των ηλεκτρονικών αγορών είναι καλά τεκμηριωμένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " documented " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "documented" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "documented" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη