Μετάφραση του "dogged" σε Ελληνικά

Οι πεισματάρης, ακλόνητος, σθεναρός, επίμονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dogged" σε Ελληνικά.

dogged adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of dog. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεισματάρης

    adjective

    Coop was always a dog with a bone.

    Ο Κούπερ ήταν πάντα πολύ πεισματάρης.

  • ακλόνητος, σθεναρός

  • επίμονος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dogged " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dogged" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dogged" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη