Μετάφραση του "dogmatism" σε Ελληνικά

Το δογματισμός είναι η μετάφραση του "dogmatism" σε Ελληνικά.

dogmatism noun γραμματική

The manner or character of a dogmatist; arrogance or positiveness in stating opinion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δογματισμός

    noun

    Instead we have seen nothing but excessive, dogmatic and brutal behaviour.

    Δεν υπήρξε όμως παρά μόνο υπερβολή, δογματισμός και βία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dogmatism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dogmatism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dogmatism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη