Μετάφραση του "doing" σε Ελληνικά
Οι αποφάσεις, κάνοντας, έργο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doing" σε Ελληνικά.
(rare, chiefly Netherlands) Alternative spelling of doing. [..]
-
αποφάσεις
nounSomething done voluntarily by a person, and of such a nature that certain legal consequences attach to it.
These judgments do not give contracting authorities a blank cheque, but rather provide them with a clear framework.
Αυτές οι αποφάσεις δεν δίνουν λευκή επιταγή στις αναθέτουσες αρχές, αλλά μάλλον ένα σαφές πλαίσιο.
-
κάνοντας
particleI could spend my spare time doing stupid hand exercises.
Πρέπει να περνάω τον ελεύθερο μου χρόνο κάνοντας ανόητες ασκήσεις χεριών.
-
έργο
noun neuterYou can't do a play when you're south.
Δεν μπορείς να ανεβάσεις έργο όταν είσαι στο νότο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πράξη
- πράξεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " doing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "doing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Από πίτα που δεν τρως, τι σε μέλει, νοιάζει κι αν καεί
-
ουρώ · συναλλάσσομαι
-
κάνω ό,τι μπορώ · κάνω ό,τι περνάει απ' το χέρι μου
-
βάζω τα δυνατά μου · κάνω ό,τι (καλύτερο) μπορώ
-
χαντακώνομαι (μόνος μου)
-
Περισσότερες δυνατότητες